lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: άνοιξη

Λεξικό: αγγλικά άνοιξη
Μεταφράσεις: spring, springtide, springtime, spa, authority, birth, fount, fountain, fountainhead, from, origin, quarter, resource, root, source, well, wellspring, well-spring
άνοιξη στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: jaro, pramen, zdroj, zřídlo, fontána, kašna, kořen, odmocnina, počátek, původ, rod, studna, vodotrysk, vznik
άνοιξη στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: frühjahr, frühling, lenz, bad, brunnen, quell, quelle, sprudel, entstehung, fontäne, herkunft, springbrunnen, ursprung, wurzel
άνοιξη στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: forår, vår, kilde, brønd, byrd, fontene, ile, ophav, oprindelse, rod, rot, spring, springvand, udspring
άνοιξη στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: abril, primavera, fuente, manantial, venera, de, derivación, foco, germen, minero, nacimiento, origen, procedencia, raíz
άνοιξη στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: printemps, renouveau, fontaine, source, coupe, germe, origine, principe, racine
άνοιξη στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: primavera, fonte, sorgente, fontana, origine, principio, provenienza, radice
άνοιξη στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: vår, brann, brønn, kilde, byrd, fontene, ile, opphav, oppkomme, rot, spring, utspring
άνοιξη στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: весна, источник, ключ, родник, исток
άνοιξη στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: vår, brunn, källa, upphov, ursprung
άνοιξη στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: pranverë, krua, burim, gurrë
άνοιξη στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: вясна, ключ, крыніца
άνοιξη στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kevad, allikas, päritolu, purskkaev
άνοιξη στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kevät, hete, kaivo, lähde, aiheuttaja
άνοιξη στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: proljeće, izvor
άνοιξη στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kikelet, tavasz, eredet, forrás, kút
άνοιξη στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: pavasaris, šaltinis, verdenė, versmė, fontanas, ištaka, kilmė, pradžia
άνοιξη στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: primavera, clave, fonte, manancial, monte, nascente, venera, de, foco, origem, procedência
άνοιξη στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: pomlad, izvir
άνοιξη στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: jar, zdroj
άνοιξη στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: весна, головний, джерело, криниця, найкращий, первинний, первісний, перший, початковий, пружина, стрибати, стрибнути, гарно, добре, доказ, клавіша, ключ, ключовий, ну, першоджерело, першопричина, смачно, фонтан, авторство, басейн, батьківство, батько, джерельце, засада, канал, командування, корінь, мій, народження, начало, новісінький, пофарбувати, походження, початок, прародитель, прикути, принцип, протока, резервуар, родитель, рудник, тваринник, фарбувати, шахта, штаб, штаб-квартира
άνοιξη στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: wiosna, zdrój, źródło
άνοιξη στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

άνοιξη καλοκαίρι 2014, άνοιξη 2014, άνοιξη της πράγας, άνοιξη ποιήματα, άνοιξη καλοκαίρι φθινόπωρο χειμώνας... και άνοιξη, άνοιξη βόσσου, άνοιξη στο νηπιαγωγείο, άνοιξη κινηματογράφος, άνοιξη 2014 μόδα, άνοιξη ζερβουδάκης στίχοι