lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: άνετος

Λεξικό: αγγλικά άνετος
Μεταφράσεις: comfortable, comfy, luxury, casual, easy, free, freed, freeform, informal, lax, loose, random, unconstrained, unfettered, unhampered, uninhibited, unrestrained, unrestricted, agreeable, convenient, cosy, cushy, expedient, handy, lazy, snug, amicable, effortless, facile, simple, tractable
άνετος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: pohodlný, jednoduchý, lehký, nenucený, neostýchavý, nevázaný, přirozený, snadný, štědrý, svobodný, uvolněný, volně, volný, příhodný, šikovný, účelný, vhodný, přístupný, prostý, snášenlivý
άνετος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bequem, komfortabel, frei, freizügig, locker, salopp, ungezügelt, zwanglos, gemächlich, wohnlich, zweckmäßig, glatt, gut, leicht, mühelos
άνετος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bekvem, komfortabel, fri, ledig, utvungen, vid, behagelig, hyggelig, nem, enkel, enkelt, gren, let, lette, simpel
άνετος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: cómodo, confortable, ancho, desahogado, desembarazado, desenvuelto, despejado, expedito, franco, holgado, libre, suelto, acomodado, conveniente, manuable, tempestivo, fácil
άνετος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: confortable, aisé, cavalier, dégagé, désinvolte, large, latitudinaire, libre, relâché, volant, accommodant, commode, convenable, maniable, opportun, travaux, coulant, facile, simple
άνετος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: comodo, confortevole, ampio, disinvolto, largo, libero, rilassato, sciolto, accogliente, conveniente, opportuno, agevole, facile, piano, semplice
άνετος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: komfortabel, fri, ledig, utvungen, vid, behagelig, bekvem, hyggelig, makelig, nem, enkel, grei, lett
άνετος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: комфортабелен, комфортабельный, комфортный, беспрепятствен, беспрепятственен, беспрепятственный, произволен, произвольный, свободный, удобен, удобный, легкий, лёгкий
άνετος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: komfortabel, fri, ledig, behändig, bekväm, skön, trivsam, vilsam, enkel, greig, lätt, lett
άνετος στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kodikas, mukava, viihtyisä, esteetön, helppo, höllä, irrallinen, irtain, löyhä, kotoinen, sopiva
άνετος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: udoban, slobodan, lak
άνετος στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: cómodo, confortável, abusivo, desencobrido, desenvolto, desocupado, despejado, franco, livre, conveniente, propício, tempestivo, fácil
άνετος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: confortabil, lesnicios, uşor
άνετος στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: pohodlný
άνετος στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: komfortowy, swobodny, wygodny, łatwy
άνετος στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: адвольны, свабодны, ёмкі, зручны, удобное
άνετος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: fesztelen, korlátlan, laza, szabad, könnyű
άνετος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: laisvas, lengvas
άνετος στα λιθουανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: prosto, lahek
άνετος στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: безоплатний, вакантний, відкритий, вільний, гарантований, деспотичний, довільний, заповнений, звільнений, легковажно, наявний, незайнятий, повний, примхливий, свавільний, ситий, цілий, дружелюбний, дружній, зручний, корисний, позитивний, практичний, привітний, принагідний, приязний, сприятливий, легкий
άνετος στα ουκρανικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: lehtë
άνετος στα αλβανικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kerge
άνετος στα εσθονική »

Σχετικές λέξεις

άνετος συνώνυμα, άνετος στα αγγλικά, είμαι άνετος