lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: άκαρπος

Λεξικό: αγγλικά άκαρπος
Μεταφράσεις: fruitless, futile, unfruitful, unsuccessful, barren, duff, useless, abortive, bootless, idle, ineffective, inefficacious, purposeless, self-defeating, unavailing, vain, arid, hungry, sterile
άκαρπος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: jalový, marnivý, marný, neplodný, neúspěšný, zbytečný, bezúčelný, nepotřebný, neproduktivní, planý, neúrodný, nezáživný, sterilní, suchopárný, suchý, vyprahlý
άκαρπος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: erfolglos, ergebnislos, fruchtlos, steril, unersprießlich, unfruchtbar, vergeblich, zwecklos, müßig, nutzlos, unnütz, gehaltlos, leer, mager
άκαρπος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: forgæves, nytteløs, forfængelig, ineffektiv, resultatløs, gold, karrig, steril
άκαρπος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: estéril, infructuoso, inútil, ocioso, vano, desusado, inservible, árido, infecundo, infértil
άκαρπος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: infructueux, ingrat, vain, inutile, oisif, femme, aride, infécond, infertile, revenus, stérile
άκαρπος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: infruttuoso, vano, inservibile, inutile, arido, infecondo, sterile
άκαρπος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: fåfengt, fruktløs, nytteløs, ineffektiv, resultatløs, gold, karrig, steril, ufruktbar
άκαρπος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: безуспешный, бесплодный, бесполезный, тщетный, бесполезен, напрасен, напрасный, неплодородный
άκαρπος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: fruktlös, ofruktbar, onyttig, ineffektiv, resultatlös, andefattig, steril
άκαρπος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: бясплённы, бясплодны, дарэмны, марны, неўрадлівы, бескарысны
άκαρπος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: viljatu, aher
άκαρπος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hyödytön, karu, turha, joutava, tarpeeton, hedelmätön, maho
άκαρπος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: uzaludan, zaludu, suh
άκαρπος στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: bergždžias, bevaisis, tuščias
άκαρπος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: estéril, frívolo, fútil, inútil, vaidoso, vão, ocioso, supérfluo, árido
άκαρπος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: безплідний, безсердечний, марний, невдалий, неплідний, неродючий, худий, безглуздий, безкорисний, безцільний, даремний, зайвий, малокорисний, недійсний, нездійсненний, некорисний, ненавмисний, непотрібний, нікчемний, ніщо, нуль
άκαρπος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: bezowocny, bezużyteczny, daremny, jałowy
άκαρπος στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: безполезен
άκαρπος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: használhatatlan, sikertelen, meddő, terméketlen
άκαρπος στα ουγγρική »

Σχετικές λέξεις

άκαρπος πλειστηριασμός