lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: άκαμπτος

Λεξικό: αγγλικά άκαμπτος
Μεταφράσεις: fixed, had, inflexible, offish, rigid, starchy, stark, stiff, adamant, adamantine, callous, firm, hard, hardboiled, hard-boiled, hardcore, hard-core, landed, strong, tough
άκαμπτος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: naškrobený, neohebný, nepoddajný, neústupný, odměřený, pevný, přísný, škrobený, tuhý, drsný, energicky, energický, houževnatý, hrubý, krušný, krutý, mocný, natvrdo, nepříjemný, nezlomný, pevně, pevnost, prudce, silně, silný, těžký, tvrdý, urputný
άκαμπτος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: hölzern, starr, steif, hart, schwer, schwierig, unentwegt, widerstandsfähig, zäh
άκαμπτος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: rigid, stel, stiv, stram, syv, besværlig, fast, hård, massiv, stærk, streng, svær, vanskelig
άκαμπτος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: inflexible, rígido, riguroso, tieso, contundente, difícil, duro, empedernido, fuerte, rudo
άκαμπτος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: empesé, gourmé, guindé, imployable, mannequins, raide, rigide, amer, âpre, coriace, dur, durable, ferme, fort, intraitable, liais, rénitent, rocailleux, rude, sévère
άκαμπτος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: erto, rigido, duro, fermo, forte, pesante, sodo
άκαμπτος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: lemster, rigid, stal, stel, stiv, stram, styv, besværlig, fast, hard, massiv, seg, seig, sterk, streng, vanskelig, vrien
άκαμπτος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: жёсткий, накрахмаленный, негибкий, жесткий, жесток, жёсток, тверд, твёрд, твердый, твёрдый
άκαμπτος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: rigid, stel, stram, styv, besvärlig, fast, hård, seg, svår, svårt
άκαμπτος στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: jäik, range
άκαμπτος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: jäykkä, kaavamainen, kankea, kalsea, kiinteä, kova, rankka, sitkeä, tuima, vahva, vaikea
άκαμπτος στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: merev, fáradságos, kemény, keserves, nehéz, rideg
άκαμπτος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: kietas, tvirtas, sunkus
άκαμπτος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: hirto, rígido, teso, consistente, constante, convencido, difícil, duro, empedernido, firme, rijo
άκαμπτος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: sztywny, twardy
άκαμπτος στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: strog
άκαμπτος στα κροατικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: aspru
άκαμπτος στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: банальний, бистрий, важкий, важко, вирішений, вічний, грубий, гума, гумка, гумовий, довічний, жилавий, жорсткий, жорстокий, заяложений, здоровий, каучук, каучуковий, квартира, міцний, непохитний, нерухомий, нудний, оселяється, плаский, плескатий, плоский, площина, послідовний, поспішати, прудкий, рівний, різкий, скелястий, складний, скоро, стабільний, стайня, сталий, стійкий, строгий, суворий, твердий, терпкий, тривкий, тяжкий, тяжко, хутко, швидкий, швидко, шкіроподібний, шорсткий
άκαμπτος στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

άκαμπτος συνώνυμα, άκαμπτος άξονας, άκαμπτος συνώνυμο