lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: άθλιος

Λεξικό: αγγλικά άθλιος
Μεταφράσεις: cheap, footy, measly, miserable, neap, palsy, paltry, poky, poor, ropy, shabby, tinny, abject, abjectness, beggarly, dismal, gaunt, lousy, mean, miserly, nonporous, piteous, pitiable, pitiful, ragged, scummy, scurry, seedy, slink, sorrowful, squalid, wretched, forlorn, hapless, misadventure, mischance, mishap, unfortunate, unhappy, unlucky, base, blackguardly, caitiff, craven, damnable, dastardly, despicable, dishonourable, infamous, knavish, malicious, miscreant, sordid, undignified, vile, wicked, deplorable, doleful, lamentable, lugubrious, pathetic, plaintive, regrettable, rueful, sad
άθλιος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bídný, mizerný, mrzácký, nebohý, nešťastný, nevalný, nízký, podlý, podřadný, průměrný, špatný, ubohoučký, ubohý, žalostný, chatrný, lakomý, malicherný, nuzný, skoupý, slabý, truchlivý, všivý, zarmoucený, neúspěšný, bezectný, bídácký, hanebný, hnusný, mrzký, nešlechetný, ničemný, odporný, ohavný, protivný, špinavý, bědující, bolestný, naříkavý, politováníhodný, smutno, smutný, tristní, zoufalý
άθλιος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: arm, armselig, bedauernswert, billig, dürftig, elend, erbärmlich, jämmerlich, kümmerlich, mies, mittelmäßig, nichtig, niedrig, schlecht, ärmlich, beklagenswert, kläglich, lumpig, mager, miserabel, schäbig, traurig, unglücklich, gemein, niederträchtig, schuftig, bedauerlich
άθλιος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bedrøvet, elendig, fattig, skarve, slette, ussel, dårlig, kummerlig, lumpen, nedrig, ulykkelig, ynkelig, arm, uheldig, gemen, ubehagelig, beklagelig, sørgelig, sørgmodig, trist
άθλιος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: mediano, mediocre, miserable, pobre, triste, vil, desdichado, desgraciado, innoble, lamentable, mezquino, piojoso, calamitoso, funesto, infeliz, siniestro, ruin, deplorable, doliente, doloroso, lastimero, penoso
άθλιος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: fichu, liche, médiocre, mince, misérable, pauvre, piètre, triste, vain, vil, vulnérable, chétif, malheureux, mesquin, minable, miséreux, miteux, panne, pitoyable, pouilleux, infortuné, malchanceux, malencontreux, abject, ignoble, infâme, odieux, déplorable, dolent, douloureux, élégiaque, lamentable, lugubre, piteux, plaintif, regrettable
άθλιος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: mediocre, miserabile, misero, povero, scarso, sciagurato, squallido, compassionevole, disgraziato, infelice, meschino, pietoso, malaugurato, sfortunato, abbietto, abietto, esoso, indegno, infame, malvagio, nefando, deplorevole, flebile, lamentevole, lamentoso, lugubre, spiacevole
άθλιος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: elendig, fattig, skarve, slett, ussel, dårlig, kummerlig, lumpen, nedrig, stakkars, ulykkelig, undermålig, ynkelig, arm, uheldig, gemen, hemsk, nederdrektig, ubehagelig, uhederlig, beklagelig, sørgelig, sorgfull, sørgmodig, trist, ynkverdig
άθλιος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: бедный, жалкий, вшивый, несчастный, печальный, злополучный, неудачный, гнусен, гнусный, низкий, отвратительный, подлый, грустный, жалобный, жалок, прискорбный
άθλιος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: rörande, eländig, erbarmlig, lumpen, nedrig, torftig, undermålig, usel, ynklig, arm, olycka, olycklig, stackars, gemen, hemsk, bedrövlig, ömklig
άθλιος στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: vaene, haletsusväärne, kurb
άθλιος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: huono, kehno, pahainen, parka, köyhä, kurja, murheellinen, säälittävä, synkkä, kovaonninen, kovaosainen, alhainen, häijy, halpamainen, inhottava, katala, kunniaton, haikea, kaihomielinen, surettava
άθλιος στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: hitvány, silány, vacak, ágrólszakadt, könyörületes, nyomorúságos, szomorú, boldogtalan, szerencsétlen, gyászos, komor, panaszos, sajnálatos, szánalmas
άθλιος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: nelaimingas, skurdus, vargšas, liūdnas
άθλιος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: coitado, lastimável, mediano, miserável, pobre, triste, vil, indigente, infeliz, infortunado, miserações, piloso, desgranado, infame, pérfido, traidor, acabrunhado, aflito, corona, deploraste, desvalido, dolente, lastimemos
άθλιος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: жалкий, барель, безгрошовий, безталанний, бідний, каблук, мізерний, нахил, нахилитися, нахилятися, нужденний, покірний, притулити, притулитися, притуляти, притулятися, скромний, худий, база, базувати, боягуз, боягузливий, брутальний, ганебний, значити, знижений, мерзотний, невеликий, невисокий, негідний, недостатній, низький, низько, ношений, обшарпаний, огидний, означати, основа, підлий, підніжжя, підстава, пінистий, розташовувати, розташовуватися, розташувати, розташуватися, середина, середній, слабкий, тихий, убогий, фальшивий, червивий, шолудивий, горювання, жалібний, жалобний, жалюгідний, занедбаний, засмучений, звідник, кепський, нещасливий, нещасний, нікчемний, скорботний, сумний, сумовитий
άθλιος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: marny, nędzny, nieszczęśliwy, nikczemny, żałosny
άθλιος στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: бедны, небарака, няшчасны, подлы, бездапаможны, жаласны, скаргавы
άθλιος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: nesretan, tužan, neugodan
άθλιος στα κροατικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: mizerný, odporný
άθλιος στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

άθλιος συνώνυμα, άθλιος ετυμολογία, άθλιος στα αγγλικα, άθλιος συνώνυμο