lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: άδεια

Λεξικό: αγγλικά άδεια
Μεταφράσεις: allowance, clearance, consent, go-ahead, leave, licence, license, permission, permit, pass, passing, break, furlough, vacation, acquiescence, enable
άδεια στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dovolená, dovolení, dovolenka, koncese, nevázanost, povolení, povolenka, souhlas, svolení, vízum, průliv, prázdniny, prázdno, rozloučení, oprávnění
άδεια στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bewilligung, erlaubnis, genehmigung, lizenz, urlaub, pass, passierschein, ferien, url-adresse, zulassung, zustimmung
άδεια στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: klarering, licens, lov, samtykke, tilladelse, tilslutning, passerseddel, ferie, helg, semester, bevilling, lånte
άδεια στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: autorización, concesión, licencia, pase, permiso, vacaciones, aprobación, asentimiento, beneplácito, consentimiento
άδεια στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: acquiescement, approbation, concession, délivrance, licence, permis, permission, visa, acquit-à-caution, coupe-file, exeat, laissez-passer, passavant, passe, sauf-conduit, campos, congé, perme, vacances, agréage, agrément, assentiment, autorisation, consentement
άδεια στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: beneplacito, consenso, licenza, patente, permesso, lasciapassare, passaggio, commiato, congedo, ferie, vacanza, assenso, autorizzazione, benestare, concessione, nullaosta, promessa
άδεια στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: klarering, lov, permisjon, samtykke, tillatelse, tilslutning, passerseddel, ferie, helg, ledighet, semester, bevilling, lånta, medgivande, tillita
άδεια στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: изволение, позволение, разрешение, соизволение, пропуск, каникулы, отпуск
άδεια στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: klarering, låta, lov, samtycke, tillåta, tillåtelse, tillstånd, ferie, helg, ledighet, permisjon, permission, semester, medgivande
άδεια στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: leje, pushim
άδεια στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: патент, разрешение, отпуск
άδεια στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: дазвол
άδεια στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: luba
άδεια στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: loma, lupa, virkavapaus, hyväksyminen, suostumus
άδεια στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: dozvola
άδεια στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: engedély, engedmény, szabadság, hozzájárulás
άδεια στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: leidimas, licencija, atostogos
άδεια στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: autorizaria, beneplácito, concessiva, consentimento, consentir, licença, licencia, permissão, permito, férias, aproariam
άδεια στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: dovoljenje, dopust
άδεια στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: виїжджати, виїхати, відпустка, влаштування, врегулювання, дозвіл, дозволений, дозволити, дозволяти, домовленість, доручення, ємкість, залишати, залишити, здавати, кинути, кліренс, кліринг, лишати, лишити, ліцензійний, ліцензія, нехай, облишати, облишити, очищення, переїхати, поїхати, покидати, покинути, проміжок, резолюція, рішення, розміщення, розподіл, розчин, свідоцтво, угода, улаштування, уповноваження, устрій, хай, відійти, відпуск, відпустку, втримання, звільнення, канікули, креслення, малювання, малюнок
άδεια στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: pozwolenie, przepustka, urlop, zezwolenie
άδεια στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: povolenie
άδεια στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

άδεια μητρότητας, άδεια εγκυμοσύνης, άδεια άνευ αποδοχών, άδεια μικρής κλίμακας, άδεια εργασίας, άδεια security, άδεια διαμονής, άδεια γάμου, άδεια παραμονής, άδεια οπλοφορίας