lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: άβυσσος

Λεξικό: αγγλικά άβυσσος
Μεταφράσεις: abyss, depths, gorge, gulf, precipice, deep, deepness, depth, profundity, chasm, limbo, bay
άβυσσος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: hlubina, hrdlo, peklo, propast, hloubka, strž
άβυσσος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abgrund, kehle, kiefer, klamm, rachen, schlucht, schlund, speiseröhre, grund, tiefe, durchfallen, verschwinden
άβυσσος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: afgrund, kløft, spiserør, stup, dybde, dyp, sluk, forgå
άβυσσος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: abismo, encañada, esófago, garganta, fondo, hondura, profundidad, derrumbadero, despeñadero, precipicio, sima, salto
άβυσσος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: abîme, gorge, couler, profondeur, abysse, gouffre, précipice, blackbouler, disparaître, échouer, raffoler
άβυσσος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: abisso, gola, altezza, fondo, profondità, baratro, gorgo, precipizio
άβυσσος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avgrunn, kløft, strupe, stup, djup, dybde, dyp, sluk, svelg, forgå, forsvinne, revne
άβυσσος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: глотка, пищевод, пропасть, глубина, глубь, омут, бездна, пучина
άβυσσος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: avgrund, hålväg, klyfta, ravin, stup, svalg, djup, djupsinnig, grundlig, bråddjup
άβυσσος στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: бездна
άβυσσος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: juopa, jyrkänne, kuilu, kurkku, sola, rotko
άβυσσος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: grlo, ponor, bezdan, dubina
άβυσσος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: szakadék, elveszni
άβυσσος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: stemplė
άβυσσος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: abismo, barranco, boqueirão, cima, esófago, fundão, garganta, precipício, profundeza, profundidade, salto
άβυσσος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: abis, prăpastie
άβυσσος στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: безодня, вир, втратити, втратьте, втрачати, глибина, губити, загубити, змарнувати, марнувати, прірва, прірву, провалля, пропасти, гама, глибочінь, інтенсивність, бездна
άβυσσος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: czeluść, głębia, otchłań, przepaść
άβυσσος στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: thellësi
άβυσσος στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: глыбіня, процьма
άβυσσος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: hĺbka
άβυσσος στα σλοβακική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: järsak
άβυσσος στα εσθονική »

Σχετικές λέξεις

άβυσσος ορισμός, άβυσσος βικιπαίδεια, άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου, άβυσσος συνώνυμο, άβυσσοσ άβυσσον επικαλείται, άβυσσος ενυδρεία, άβυσσος η ψυχή της γυναίκας, άβυσσος ψάρια, άβυσσος η ψυχή, άβυσσος wikipedia